Μια φωνή που δεν έμοιαζε με καμία άλλη, μια ζωή που θύμιζε όπερα. Η Μαρία Κάλλας δεν ήταν απλώς μια μεγάλη σοπράνο. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος άκουγε και έβλεπε την όπερα. Από τη δύσκολη παιδική ηλικία στην Αθήνα και τις μεγάλες σκηνές του κόσμου, από τη Νόρμα και την Τόσκα μέχρι τον Ωνάση και τη μοναχική ζωή στο Παρίσι, η ζωή της Μαρίας Κάλλας υπήρξε μια διαρκής εναλλαγή θριάμβου, πάθους, σύγκρουσης και αυτοκαταστροφής.
Divina την αποκαλούσαν δηλαδή θεϊκή, αινιγματική, με φωνή θείο – δώρο, η κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνος του 20ου αιώνα Μαρία Κάλλας δημιούργησε έναν μύθο που εξακολουθεί να γοητεύει μέχρι σήμερα. Γιατί δεν ήταν μόνο η φωνή. Ήταν η απόλυτη αφοσίωση στον ρόλο με μία απαράμιλλη μουσική ευφυΐα.
Η Κάλλας δεν τραγουδούσε απλώς τις ηρωίδες της όπερας. Γινόταν εκείνες. Ως Νόρμα, Τόσκα, Μήδεια, Βιολέττα, Λουτσία, Μαντάμα Μπατερφλάι ή Λαίδη Μάκβεθ, δεν ερμήνευε μόνο έναν μουσικό ρόλο. Έδινε σάρκα και ψυχή σε γυναίκες που αγαπούσαν, υπέφεραν, πρόδιδαν, θυσιάζονταν και πέθαιναν.
Η φωνή της, ιδιαίτερη και αναγνωρίσιμη από τις πρώτες νότες, διέθετε εντυπωσιακή ευελιξία και μια μοναδική παλέτα χρωμάτων. Και όμως, πίσω από τη Divina υπήρχε ένα κορίτσι που μεγάλωσε με την αίσθηση ότι έπρεπε να αποδείξει την αξία του κι αυτή ήταν πάντα συνδεδεμένη με τη σκηνή.
Από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα
Στις 2 Δεκεμβρίου 1923, στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, γεννιέται η Άννα Μαρία Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου. Οι γονείς της, Γεώργιος και Ευαγγελία Καλογεροπούλου, ήταν Έλληνες μετανάστες. Το 1937, σε ηλικία μόλις 13 ετών, εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της στην Αθήνα.
Εκεί αρχίζει ουσιαστικά η μουσική της πορεία. Όμως η μεγάλη οικογενειακή πληγή δεν επουλώθηκε ποτέ. H Mαρία Κάλλας μεγάλωσε μέσα στην ψυχρότητα και την απόρριψη της μητέρας της, πιστεύοντας πως ήταν «ασχημόπαπο και παχουλή».
Σε μια μεταγενέστερη συνέντευξή της, η μητέρα της περιέγραψε τη γέννηση της Μαρίας με λόγια που μοιάζουν σχεδόν προφητικά:
«Η κόρη μου Μαρία γεννήθηκε την ώρα μιας θύελλας και σήμερα αυτό μου φαίνεται συμβολικό, γιατί έκτοτε δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί η ίδια μια εστία θύελλας».
Η μητέρα της περίμενε αγόρι. «Όταν μου έφεραν τη Μαρία, στην αρχή αρνήθηκα να την κοιτάξω. […] Περίμενα αγόρι. Αυτό το κοριτσάκι δεν με ενδιέφερε». Τέσσερις μέρες αργότερα, αποφάσισε να την αγαπήσει.
Όταν, δε, αντιλήφθηκε το μουσικό χάρισμα της κόρης της, η στάση της άλλαξε. Η μικρή τραγουδίστρια έπρεπε να δουλεύει, να μελετά, να βελτιώνεται. Να είναι τέλεια!
Χρόνια αργότερα, η ίδια η Κάλλας θα μιλούσε για τη σχέση ανάμεσα στην παιδική της ανασφάλεια και στο τραγούδι. Σε συνέντευξή της στο TIME το 1956 έλεγε: «Η μητέρα μου δεν μου έδινε σημασία και δεν μου έλεγε ποτέ μια καλή κουβέντα. Για να την κάνω να με προσέξει έπρεπε να τραγουδώ».
Και συνέχιζε: «Το τραγούδι έγινε προοδευτικά το φάρμακο κατά των συμπλεγμάτων μειονεξίας που ένιωθα».
Αυτή είναι ίσως μία από τις πιο αποκαλυπτικές φράσεις που είπε ποτέ για τον εαυτό της.
Γιατί πίσω από την παγκόσμια σταρ υπήρχε ένα κορίτσι που ανακάλυψε ότι υπήρχε μόνο μέσω της φωνής του. Και έτσι η φωνή δεν ήταν απλώς το επάγγελμά της, έγινε η ταυτότητά της.
Στο Ελληνικό Εθνικό Ωδείο άρχισε μαθήματα φωνητικής με τη Μαρία Τριβέλλα. Η φωνή της, που αρχικά είχε χαρακτηριστικά κοντράλτο, άρχισε σταδιακά να εξελίσσεται σε σοπράνο. Το 1940 έγινε μαθήτρια της περίφημης υψιφώνου Ελβίρα ντε Ιντάλγκο στο Ωδείο Αθηνών.
Η εκπαίδευσή της βασίστηκε στη μεγάλη ιταλική παράδοση του bel canto: στην τεχνική, στην αναπνοή, στην ευελιξία, στην ακρίβεια και στην εκφραστικότητα. Η Ντε Ιντάλγκο διέκρινε αμέσως το εξαιρετικό της ταλέντο.
Η Κατοχή και η πρώτη Τόσκα
Η νεαρή Κάλλας μεγάλωσε μέσα στις σκληρές συνθήκες της Κατοχής. Η μουσική, όμως, ήταν η διέξοδός της.
Πηγή: www.newsit.gr

