Ξεκίνησε την Πέμπτη (17.09.2026) στη Θεσσαλονίκη η δίκη για την έκρηξη βόμβας έξω από τράπεζα στην Αγίου Δημητρίου με θύμα μία 38χρονη, τον Μάιο του 2025. Ανέλαβε την ευθύνη ο «εγκέφαλος».
Περίπου ενάμισι χρόνο μετά, κάθισαν στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης οι κατηγορούμενοι για την πολύκροτη υπόθεση της έκρηξης βόμβας μπροστά στην τράπεζα στην συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου και Πλάτωνος, τα ξημερώματα της 3ης Μαΐου 2025, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή της η 38χρονη γυναίκα που την τοποθέτησε στο σημείο, αφού εξερράγη στα χέρια της.
Στο εδώλιο βρίσκονται ένας 37χρονος που είναι εκείνος που μετέφερε την τσάντα που περιείχε τον εκρηκτικό μηχανισμό και τη μετέφερε από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, ενώ είναι το ίδιο πρόσωπο που μίσθωσε το διαμέρισμα Airbnb στην οδό Ολύμπου Διαμαντή 20, όπου και κατασκευάστηκε η βόμβα.
Δίπλα του κάθισε ένας 43χρονος, του οποίου το δακτυλικό αποτύπωμα βρέθηκε στη σακούλα που περιείχε τον εκρηκτικό μηχανισμό και ένας 42χρονος που ανέλαβε την ευθύνη για την βομβιστική επίθεση, παραδεχόμενος ότι εκείνος οργάνωσε την ενέργεια μέσα από τη φυλακή.
Όλοι τους κατηγορούνται για συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, οι δύο πρώτοι για προμήθεια, κατοχή και κατασκευή εκρηκτικών υλών, απλή συνέργεια σε έκρηξη από την οποία μπορεί να προκύψει κίνδυνο για άνθρωπο και για απλή συνέργια σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας ενώ ο τελευταίος διώκεται για ηθική αυτουργία στις παραπάνω πράξεις. Και οι τρεις, μετά την απολογία τους στον ανακριτή, βρίσκονται προσωρινά κρατούμενοι.
«Είδαμε να βγαίνουν καπνοί και να επικρατεί ένας χαμός»
«Είδαμε κομμάτια στο έδαφος και μετά μια γυναίκα, βαριά τραυματισμένη, αλλά εν ζωή». Με τα αυτά λόγια αστυνομικός της Άμεσης Δράσης περιέγραψε την κατάσταση που αντίκρισε όταν έφτασε στο σημείο. Οπως είπε, καταγράφηκαν πολλές φθορές, περισσότερες από 20, σε κατοικίες πλησίον της τράπεζας, όπου έσπασαν τζάμια τζαμαρίες, αλλά και σε αυτοκίνητα, περισσότερες από οκτώ.
Αστυνομικός που έφτασε πρώτος στο σημείο κατέθεσε πως δέχθηκαν κλήση γύρω στις 5:39 το πρωί για έκρηξη και πιθανή φωτιά σε ΑΤΜ τράπεζας. «Είδαμε να βγαίνουν καπνοί και να επικρατεί ένας χαμός. Ενημερώσαμε το κέντρο για πιθανή έκρηξη στο σημείο. Είδαμε κομμάτια στο έδαφος και μετά έναν άνθρωπο. Με τη μορφή του επείγοντος, διαβιβάσαμε στο κέντρο και ζητήσαμε τη συνδρομή ασθενοφόρου. Την ώρα που βρήκαμε τη γυναίκα φαινόταν πολύ βαριά τραυματισμένη αλλά ήταν εν ζωή. Όταν ήρθε το ΕΚΑΒ, μάθαμε ότι είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο δικαστήριο κατέθεσαν και άλλοι μάρτυρες, συγγενείς των κατηγορούμενων, η διευθύντρια της τράπεζας αλλά και ο ιδιοκτήτης του Airbnb που είχε μετατραπεί σε γιάφκα.
Ένας ανέλαβε ολοκληρωτικά την ευθύνη
Ένας ανέλαβε ολοκληρωτικά την ευθύνη Ο πρώτος κατηγορούμενος απολογούμενος ισχυρίστηκε πως δεν είχε καμία σχέση με την κατασκευή του εκρηκτικού μηχανισμού, ούτε γνώριζε την θανούσα. Παραδέχθηκε, όμως, ότι ο τρίτος κατηγορούμενος του έδωσε χρήματα να μεταφέρει ένα σακίδιο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, ένα σακίδιο που περιείχε μέσα πρώτες ύλες για την κατασκευή του μοιραίου εκρηκτικού μηχανισμού που κόστισε τη ζωή στην 38χρονη, ωστόσο ο ίδιος είπε πως δεν γνώριζε τι είχε μέσα. «Ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν παράνομο. Θα μου έδινε λεφτά για να πάρω ρούχα;», είπε χαρακτηριστικά.
Ο 37χρονος κατέθεσε πως γνώρισε τον συγκατηγορούμενό του από μέσα κοινωνικής δικτύωσης και του είπε πως έχει ανάγκη από χρήματα και έτσι του πρότεινε να μεταφέρει το συγκεκριμένο σακίδιο.
«Θα έπαιρνα την τσάντα από τον σταθμό Λαρίσης. Δεν την άνοιξα. Τα χρήματα τα πήρα, όταν ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Μετά πήγα στο Airbnb. Ετσι μου ζητήθηκε. Δεν έμεινα στο διαμέρισμα. Καθόλου. Πότε. Έκανα απλά την μίσθωση. Ήρθε η θανούσα, της έδωσα την τσάντα και τα κλειδιά και έφυγα και πήγα στο ξενοδοχείο. Η κοπέλα μου έδωσε 500€. Μετά την έκρηξη μου είπαν να πετάξω το κινητό. Όταν έμαθα τι συνέβη, έπαθα κατάθλιψη. Μετά παραδόθηκα», υποστήριξε.
Ερωτώμενος από το δικαστήριο για το DNA του βρέθηκε στο φυτίλι του εκρηκτικού μηχανισμού, ο ίδιος επέμενε ότι δεν άνοιξε ποτέ την τσάντα. «Η δίκη μου δουλειά ήταν να παραδώσω την τσάντα και να φύγω», τόνισε. Την δική του θέση διαχώρισε ολοκληρωτικά ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε την θανούσα και το δακτυλικό του αποτύπωμα βρέθηκε στη σακούλα που ήταν ο εκρηκτικός μηχανισμός. Όπως κατέθεσε, γνωρίστηκαν το 2018 και της είχε δώσει το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ, διότι η μητέρα της θα έκανε ένα χειρουργείο.
«Με αυτήν τη σακούλα μετέφερε τον εκρηκτικό μηχανισμό η θανούσα»
Μάλιστα, η 38χρονη τον είχε καταγγείλει ότι την εκβίαζε για να του επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό, κατηγορία όμως για την οποία ο ίδιος αθωώθηκε λίγους μήνες μετά την έκρηξη, τον Νοέμβριο του 2025. Ο 42χρονος ισχυρίστηκε πως τον Νοέμβριο του 2024, η γυναίκα ήταν σε άθλια κατάσταση και επέλεξαν με τη γυναίκα του να τη φιλοξενήσουν. Απαντώντας στο κρίσιμο ερώτημα, πώς βρέθηκε το δακτυλικό του αποτύπωμα στη σακούλα που περιείχε τον εκρηκτικό μηχανισμό, είπε:
«Στις 17 Απριλίου, Μεγάλη Πέμπτη, η γυναίκα μου ήθελε να κάνει τσουρέκια. Την Κυριακή του Πάσχα βάλαμε σε μια σακούλα τσουρέκια, αυγά και αρνί για τις ημέρες του Πάσχα και της τα πήγαμε. Με αυτήν την σακούλα μετέφερε τον εκρηκτικό μηχανισμό η θανούσα», κατέληξε, τονίζοντας ότι δεν γνωρίζει κανέναν από τους συγκατηγορουμένους του. Τελείως διαφορετική απολογία είχε ο 3ος κατηγορούμενος, ο οποίος από την αρχή έχει αναλάβει την ευθύνη για τη βομβιστική επίθεση και μάλιστα, είχε στείλει έγγραφο στον 1ο τακτικό ανακριτή που χειριζόταν την υπόθεση, παραδεχόμενος ότι αυτός την οργάνωσε μέσα από τη φυλακή.
Ο 42χρονος υποστήριξε πως γνώριζε την θανούσα 20 χρόνια και «εκμεταλλεύτηκε» την ανάγκη της, ώστε να «χτυπήσουν» το συγκεκριμένο κατάστημα τράπεζας στη συμβολή των οδών Αγ. Δημητρίου και Πλάτωνος και να πάρουν τα χρήματα.
«Αποφασίσαμε να γίνει εκείνη την ώρα, για να μην υπάρχει κόσμος», είπε. Σχετικά με τον πρώτο κατηγορούμενο, τον μεταφορέα της μοιραίας τσάντας, είπε πως η εντολή που του έδωσε ήταν μόνο να την μεταφέρει. «Μόνο εγώ ήξερα τι είχε μέσα. Είχε ζελατοδυναμίτιδα και πρώτες ύλες. Εγώ είπα στην 38χρονη πως να την φτιάξει μέσα από την φυλακή, μέσω κάμερας», ανέφερε τονίζοντας πως «όλα ήταν κανονισμένα». «Πολλά δεν πήγαν καλά όμως. Της είπα να μην έχει μαζί της το κινητό. Την αγόρασα ρούχα και αυτή πήγε εκεί μόνο με γάντια. Λένε για εγκληματική οργάνωση. Τι οργάνωση, με έναν άστεγο, έναν που δεν τον ξέρω και μια χρήστη ουσιών; Δεν έχουν σχέση. Είναι ντροπή να κάθομαι δίπλα τους», κατέληξε.
Η δίκη διακόπηκε για την Παρασκευή (18.09.2026), οπότε και θα συνεχιστεί με την αγόρευση της εισαγγελέως της έδρας.
Πηγή: www.newsit.gr

