Τα ποτάμια της Ευρώπης στερεύουν και προκαλούν οικονομικό πονοκέφαλο

Η παρατεταμένη ξηρασία και οι ακραίες θερμοκρασίες που πλήττουν την Ευρώπη οδηγούν τα μεγαλύτερα ποτάμια της ηπείρου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στις μεταφορές, την παραγωγή ενέργειας, τη βιομηχανία και τη γεωργία.

Αναλυτές εκτιμούν πως αν το φαινόμενο της ξηρασίας στα ποτάμια συνεχιστεί, θα δημιουργηθεί ένας νέος κίνδυνος για την ακτοπλοΐα και κατά συνέπεια για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Ο Ρήνος, ο Δούναβης και άλλοι μεγάλοι ποταμοί έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που δυσχεραίνουν ή ακόμη και καθιστούν αδύνατη τη ναυσιπλοΐα σε αρκετά τμήματα, όπως επισημαίνεται σε ρεπορτάζ του Bloomberg. Στον Ρήνο, τα επίπεδα νερού στην περιοχή του Κάουμπ, που αποτελεί κρίσιμο σημείο για τη μεταφορά εμπορευμάτων στη Γερμανία, πλησίασαν τα ιστορικά χαμηλά του 2018.

Ως αποτέλεσμα, πολλά φορτηγά πλοία μπορούν να μεταφέρουν μόνο ένα μικρό μέρος του κανονικού φορτίου τους, με ορισμένες μεταφορές να περιορίζονται ακόμη και στο 20% της χωρητικότητας, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών και βιομηχανικών προϊόντων.

Η κρίση έχει ήδη αρχίσει να πλήττει τη βιομηχανική παραγωγή. Μεγάλες εταιρείες της γερμανικής χημικής βιομηχανίας, όπως η BASF, η Covestro και η Evonik, αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος εφοδιασμού και κινδύνους για την ομαλή λειτουργία των εργοστασίων τους, ενώ η Thyssenkrupp έχει περιορίσει την παραγωγή μετάλλων λόγω προβλημάτων στην τροφοδοσία. Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η διαταραχή της ναυσιπλοΐας στον Ρήνο θα μπορούσε να αφαιρέσει έως και 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας.

Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση επιδεινώνεται. Η μειωμένη στάθμη των ποταμών περιορίζει την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας, ενώ αρκετοί πυρηνικοί σταθμοί αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ψύξης λόγω της έλλειψης επαρκούς νερού.

Στην Ουγγαρία, η κυβέρνηση ανακοίνωσε το κλείσιμο του πυρηνικού σταθμού Paks, για πρώτη φορά έπειτα από 44 χρόνια λειτουργίας, εξαιτίας των εξαιρετικά χαμηλών επιπέδων του Δούναβη. Το κόστος για την ουγγρική οικονομία εκτιμάται μεταξύ 100 και 200 δισ. φιορινιών (315 έως 630 εκατ. δολάρια), καθώς θα απαιτηθούν αυξημένες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι απώλειες για τις επιχειρήσεις ενέργειας είναι ήδη σημαντικές. Η αυστριακή Verbund υπολογίζει ότι η ξηρασία έχει μειώσει τα κέρδη της κατά περίπου 370 εκατ. ευρώ, ενώ η γαλλική EDF αναμένει πτώση της κερδοφορίας της κατά περίπου 10%, λόγω της χαμηλότερης παραγωγής και της αυξημένης μεταβλητότητας στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, η διακίνηση φορτίων προς και από το λιμάνι του Ρότερνταμ έχει μειωθεί κατά περίπου 10%, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Στη γεωργία, οι ανησυχίες επικεντρώνονται στις μειωμένες αποδόσεις των καλλιεργειών, καθώς αρκετές περιοχές της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις νερού. Οι περιορισμοί στη χρήση υδάτινων πόρων επεκτείνονται σε ολοένα και περισσότερες περιοχές, ενώ οι αγρότες προειδοποιούν για πιθανές απώλειες στην παραγωγή και αύξηση του κόστους τροφίμων τους επόμενους μήνες.

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η ξηρασία εξελίσσεται από ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο σε έναν διαρθρωτικό οικονομικό κίνδυνο για την Ευρώπη, καθώς πλήττει ταυτόχρονα τις μεταφορές, τη βιομηχανία, την παραγωγή ενέργειας και τη γεωργία, αυξάνοντας τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων και χαμηλότερης ανάπτυξης σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει ήδη ευάλωτη.

Πηγή: www.newsit.gr