Νέο κύμα πιέσεων στο κόστος της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγής προκαλεί η κρίση στην αγορά λιπασμάτων, καθώς οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και οι διαταραχές στις μεταφορές από τη Μέση Ανατολή επιβαρύνουν τους αγρότες και δημιουργούν κινδύνους για τις επόμενες σοδειές.
Με το κόστος των τιμών των φωσφορικών λιπασμάτων να έχει αυξηθεί κατά 26% και εκατομμύρια τόνους φορτίων να αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις, ενισχύονται οι ανησυχίες ότι το αυξημένο κόστος καλλιέργειας θα μεταφερθεί σταδιακά στις τιμές των τροφίμων, ενώ σύμφωνα με τα τελευταία σχετικά στοιχεία που παρουσίασε ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) στις 24 Σεπτεμβρίου, οι διαταραχές στο διεθνές εμπόριο λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή έχουν προκαλέσει καθυστερήσεις στη διακίνηση 1,5 έως 3 εκατ. τόνων λιπασμάτων κάθε μήνα.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου, που αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, αυξάνει περαιτέρω το κόστος, περιορίζοντας τα περιθώρια των παραγωγών.
Η πίεση παραμένει έντονη και τον Οκτώβριο. Σύμφωνα με το Reuters, η διέλευση εμπορικών πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ υποχώρησε στις 6 Οκτωβρίου στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο και πλέον μηνών, εξαιτίας της κλιμάκωσης των επιθέσεων κατά δεξαμενόπλοιων. Παρότι τα στοιχεία αφορούν τη συνολική ναυσιπλοΐα και όχι αποκλειστικά τα λιπάσματα, αποτυπώνουν τις συνεχιζόμενες δυσκολίες σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές οδούς για τον συγκεκριμένο κλάδο.
Η εξάρτηση της παγκόσμιας αγοράς
Η σημασία της Μέσης Ανατολής για την αγορά λιπασμάτων είναι καθοριστική, καθώς ο Περσικός Κόλπος αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές πρώτων υλών για τη γεωργική παραγωγή.
Σύμφωνα με τον FAO, η περιοχή καλύπτει το 30% έως 35% της παγκόσμιας προσφοράς ουρίας, το 20% έως 30% της αμμωνίας και το 50% των παγκόσμιων εξαγωγών θείου. Πρόκειται για προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων, απαραίτητων για την ανάπτυξη των καλλιεργειών.
Παράλληλα, από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες το 20% έως 30% των διεθνώς εμπορευόμενων λιπασμάτων. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα, οι αυξημένοι κίνδυνοι για τα εμπορικά πλοία και οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις επηρεάζουν την πρόσβαση των αγροτών στις απαραίτητες ποσότητες.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις τιμές, αφού η έγκαιρη παράδοση των λιπασμάτων είναι κρίσιμη για την αγροτική παραγωγή, καθώς η χρήση τους συνδέεται με συγκεκριμένα στάδια ανάπτυξης των καλλιεργειών. Ακόμη και αν οι εμπορικές ροές αποκατασταθούν αργότερα, οι καθυστερήσεις ενδέχεται να έχουν ήδη επηρεάσει τις αποδόσεις.
Η πίεση του φυσικού αερίου
Πέρα από τις δυσκολίες στις μεταφορές, σημαντικό ρόλο στην αύξηση των τιμών των λιπασμάτων διαδραματίζει η ενεργειακή κρίση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO της 24ης Σεπτεμβρίου, οι τιμές του φυσικού αερίου είχαν αυξηθεί κατά 129% έως 139% σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ενώ το πετρέλαιο Brent είχε ενισχυθεί κατά 39%.
Το φυσικό αέριο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αμμωνίας, από την οποία παράγονται πολλά αζωτούχα λιπάσματα. Επομένως, η αύξηση της τιμής του επιβαρύνει άμεσα το κόστος των βιομηχανιών του κλάδου και μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές πώλησης ή σε περιορισμό της παραγωγής.
Η σύνδεση αυτή καθιστά την αγορά λιπασμάτων ιδιαίτερα ευάλωτη στις ενεργειακές αναταράξεις, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν τόσο τους παραγωγούς λιπασμάτων όσο και τους αγρότες που τα χρησιμοποιούν.
Ο κίνδυνος για τις σοδειές του 2026 και του 2027
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η περιορισμένη διαθεσιμότητα λιπασμάτων στην αγροτική παραγωγή.
Όταν οι τιμές αυξάνονται σημαντικά, οι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλότερες δαπάνες για την καλλιέργεια των χωραφιών τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αύξηση του κόστους μπορεί να τους οδηγήσει σε περιορισμό της χρήσης λιπασμάτων ή σε αλλαγές στον προγραμματισμό των καλλιεργειών.
Σύμφωνα με τον FAO, η έλλειψη λιπασμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε χαμηλότερες γεωργικές αποδόσεις και περιορισμό της προσφοράς τροφίμων κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026 και μέσα στο 2027. Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές λιπασμάτων και διαθέτουν περιορισμένους οικονομικούς πόρους για να στηρίξουν τους παραγωγούς τους.
Ήδη από τον Μάρτιο, το Reuters είχε καταγράψει σημαντικές ανατιμήσεις στην αγορά ουρίας, με τις τιμές στη Μέση Ανατολή να έχουν αυξηθεί κατά περίπου 40% και στις ΗΠΑ κατά 32% μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Οι αυξήσεις αυτές αποτελούσαν πρώιμη ένδειξη της πίεσης που θα ακολουθούσε στην παγκόσμια αγορά.
Η Ευρώπη αναζητά τρόπους στήριξης των αγροτών
Η αύξηση του κόστους των λιπασμάτων έχει προκαλέσει ανησυχία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εξαρτάται από εισαγωγές τόσο λιπασμάτων όσο και φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, τον Μάιο η Κομισιόν παρουσίασε σχέδια για πρόσθετη στήριξη των αγροτών που πλήττονται από τις ανατιμήσεις. Μεταξύ των επιλογών περιλαμβάνονταν η ενίσχυση των διαθέσιμων πόρων για έκτακτη βοήθεια στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και η μεγαλύτερη ευελιξία των κρατών-μελών στη χορήγηση βραχυπρόθεσμων ενισχύσεων.
Στο τραπέζι τέθηκαν επίσης η δημιουργία αποθεμάτων λιπασμάτων και η προώθηση εναλλακτικών προϊόντων, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές.
Οι παρεμβάσεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία του κόστους των λιπασμάτων για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας, καθώς οι υψηλότερες τιμές των εισροών περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους και αυξάνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
Πώς περνά η αύξηση στις τιμές των τροφίμων
Οι ανατιμήσεις στα λιπάσματα αποτελούν έναν ακόμη παράγοντα πίεσης για την παγκόσμια αγορά τροφίμων, σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος και οι δυσκολίες στις μεταφορές επιβαρύνουν ήδη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η επίδραση στις τελικές τιμές δεν είναι άμεση ούτε ίδια για όλα τα προϊόντα. Εξαρτάται από τη διάρκεια των ανατιμήσεων, το μερίδιο των λιπασμάτων στο συνολικό κόστος παραγωγής και τη δυνατότητα των αγροτών και των επιχειρήσεων να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης.
Ωστόσο, εάν το υψηλό κόστος οδηγήσει σε περιορισμένη χρήση λιπασμάτων και χαμηλότερες σοδειές, η μείωση της προσφοράς αγροτικών προϊόντων θα μπορούσε να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα.
Οι ανησυχίες αυτές διατυπώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς τιμές τροφίμων έχουν ήδη αυξηθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO που δημοσιεύθηκαν στις 2 Οκτωβρίου, ο παγκόσμιος δείκτης τιμών τροφίμων διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στις 136 μονάδες, σημειώνοντας άνοδο 1,5% σε μηνιαία βάση και 5,8% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Η συγκεκριμένη αύξηση δεν αποδίδεται αποκλειστικά στα λιπάσματα, καθώς επηρεάζεται και από τις καιρικές συνθήκες και τις διαταραχές στις μεταφορές. Ωστόσο, καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία το αυξημένο κόστος της αγροτικής παραγωγής δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών.
Το βασικό ερώτημα για τους επόμενους μήνες είναι εάν θα αποκατασταθεί η ομαλή τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς με λιπάσματα και εάν οι τιμές της ενέργειας θα υποχωρήσουν αρκετά ώστε να περιοριστεί το κόστος παραγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση, οι σημερινές ανατιμήσεις ενδέχεται να επηρεάσουν όχι μόνο τα εισοδήματα των αγροτών, αλλά και τη διαθεσιμότητα και τις τιμές βασικών τροφίμων μέσα στο 2027.
Πηγή: www.newsit.gr

